ἀτενής

ἀτενής, -ές
Grammatical information: adj.
Meaning: `stretched, strained' (Hes.).
Derivatives: ἀτενίζω `stare' (Hp.)
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [1065] *ten- `draw, stretch'
Etymology: Perhaps `with tension', with a copulativum (Ion. psilosis?) and a subst. *τένος n. = Lat. tenus n. `cord', from the root of τείνω.
Page in Frisk: 1,177

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτενής — stretched masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατενής — ές (AM ἀτενής, ές) Ι. (για το βλέμμα) ο προσηλωμένος σ ένα σημείο II. επίρρ. ατενώς 1. κατευθείαν, μπροστά αρχ. Ι. 1. εκτεταμένος, τεντωμένος 2. έντονος, ισχυρός 3. ευθύς 4. (για τον ανθρώπινο νου και λόγο) ειλικρινής, τίμιος 5. άκαμπτος,… …   Dictionary of Greek

  • ἀτενῆ — ἀτενής stretched neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀτενής stretched masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀτενής stretched masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενέστερον — ἀτενής stretched adverbial comp ἀτενής stretched masc acc comp sg ἀτενής stretched neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀτενής — ἀτενής , ἀτενής stretched masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενεῖ — ἀτενής stretched masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀτενής stretched masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενεῖς — ἀτενής stretched masc/fem acc pl ἀτενής stretched masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενές — ἀτενής stretched masc/fem voc sg ἀτενής stretched neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενοῦς — ἀτενής stretched masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενέες — ἀτενής stretched masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενέσι — ἀτενής stretched masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.